Ο μάγειρας, ο κλέφτης, ο blogger του και ο influencer
Μια αλληγορική ματιά στη σύγχρονη γαστρονομία της Ελλάδας

Έχουν περάσει 30 χρόνια από τότε που είδα για πρώτη φορά την ταινία του Γκρίναγουεϊ, “Ο μάγειρας, ο κλέφτης, η γυναίκα του και ο εραστής της”.

Ένα ιδιόμορφο καρέ παθιασμένου έρωτα και εξαρτήσεων ενσαρκωμένο από μια ομάδα εξαιρετικών ηθοποιών σε μια ταινία που ή τη λάτρευες ή τη μισούσες.

«Εικαστικά ζαλιστικό, αδιαπραγμάτευτα προκλητικό, διεστραμμένα παιχνιδιάρικο, το κορυφαίο φιλμ του Πίτερ Γκρίναγουεϊ είναι μια απελπισμένη ματιά στην ανθρώπινη κατάσταση, μεταμφιεσμένη σε πολιτική αλληγορία και κριτική των αναρίθμητων ατασθαλιών του πολιτισμένου κόσμου».

Σχέσεις πάθους, έρωτας, μαφία, πολιτισμός, στιλ, επικοινωνία, γλώσσα, εξαρτήσεις, κυριαρχία, εξουσία, δοσοληψίες, εκδίκηση, κανιβαλισμός όλα μαζί συνδεδεμένα με την κουζίνα, το τραπέζι, το εστιατόριο, τη γαστρονομία. Ήταν η απελπισμένη ματιά του Γκρίναγουεϊ στην ανθρώπινη κατάσταση που με έκανε να ξαναθυμηθώ αυτή την ταινία, που έστω αλληγορικά επιστρέφει προσαρμοσμένη στη σύγχρονη πραγματικότητα των αδηφάγων μέσων ενημέρωσης και της επιθετικήs ανάπτυξης της γαστρονομίας. Οι ρόλοι παραμένουν αδιαπραγμάτευτοι αν και αλλάζουν τα ονόματα, για να εξυπηρετήσουν πάλι τις σχέσεις που διαμορφώνονται στη σύγχρονη γαστρονομική σκηνή.

Ο μάγειρας

Ο μάγειρας λειτουργεί ως ραχοκοκκαλιά του γαστρονομικού συστήματος  καθώς βρίσκεται στο επίκεντρο της ανάπτυξης και της παραγωγής. Είναι ο αδιαμφισβήτητος σταρ της εποχής. Ο τρόπος που ανακατεύει, που ρίχνει το αλάτι, που δοκιμάζει τη δημιουργία του, γίνονται συχνά αντικείμενο λατρείας από στρατιές foodies που τον ακολουθούν. Η σύγχρονη τεχνολογία των κινητών τηλεφώνων εξελίσσεται με τέτοιο τρόπο που θαρρείς πως, οι κορυφαίοι τεχνικοί του κόσμου εργάζονται πυρετωδώς πάνω από ένα πιάτο για να αναδείξουν τις δημιουργίες του σεφ, βάζοντας διπλές, τριπλές και τετραπλές κάμερες στα μηχανάκια τους.

Ο σεφ πρέπει οπωσδήποτε να έχει τατουάζ και να το επιδεικνύει. Αυτό τον κάνει μέλος της φυλής. Είναι ανεξάρτητος, δυναμικός, εναλλακτικός, ασυμβίβαστος. Μπορεί με τρυφερότητα να σκύψει πάνω από τα ραδίκια που έχει φυτέψει στον μπαξέ του, αλλά την ώρα της μάχης δεν σηκώνει μύγα στο σπαθί του, και αν ανοίξει το στόμα του κάνει ακόμη και τον πιο ξεπεταγμένο νταλικέρη να μοιάζει με μοναχή από το Μοναστήρι της Ορμυλίας κατά τον Εσπερινό. Οι κουζίνες δεν είναι κολλέγια, είναι στρατός γιαυτό και η ομάδα ονομάζεται μπριγάδα, έτοιμη για πόλεμο.

Ο σύγχρονος μάγειρας έχει άποψη για τα πολιτικά, τον αθλητισμό, τον πολιτισμό, τις τέχνες και εάν δεν έχει του την ζητούμε, την επιθυμούν οι χιλιάδες foodies στην επικράτεια. Δεν υπάρχει εκπομπή στην τηλεόραση χωρίς φαγητό, δεν υπάρχει celebrity στην Ελλάδα χωρίς έναν μάγειρα κολλητό, δεν υπάρχει δράση, φεστιβάλ, πανηγύρι χωρίς μαγείρεμα.

Ο μάγειρας αναζητά πάντα τα εκλεκτότερα υλικά για τους πελάτες του, εκτός αν πρόκειται να τα διαφημίσει στην τηλεόραση. Εκεί το πράγμα αλλάζει. Γίνεται με ευχαρίστηση και για οποιοδήποτε προϊόν ambassador, πρεσβευτής, ευαγγελιστής ή ότι άλλο σκεφθεί η διαφημιστική που διαχειρίζεται τη ροή.

Ο μεγάλος μάγειρας οφείλει να είναι ηθικοπλαστικός και ηθικοδιδακτικός, να αναρτά σεντόνια στα κοινωνικά δίκτυα για τις σχέσεις, τη δυσκολία του επαγγέλματος, την αξία των ελληνικών προϊόντων, την ασχετοσύνη των δημοσιογράφων και άλλων καυτών θεμάτων, λίγο πριν πιέσει τον προμηθευτή του να κατεβάσει κι άλλο τις τιμές ή λίγο πριν ετοιμάσει την τέλεια μπριζόλα για τον γκουρού της γεύσης που κάθεται στο τραπέζι του, κουβαλώντας στις αποσκευές του ένα βραβείο γαστρονομίας που είναι και της μόδας. Ακόμη και οι τρισάθλιες ταβέρνες της Πλάκας πλέον έχουν βραβείο, δεν έχει σημασία ποιο, σημασία έχει ότι το έχουν.

Οι μάγειρες είναι οι σύγχρονοι σταρ, είναι τα αστέρια που φεγγοβολούν στον ουρανό της γαστρονομίας δημιουργώντας αφρούς και πέρλες από αστρική σκόνη για τους αλαφιασμένους foodies που τρέχουν από εστιατόριο σε εστιατόριο με το κινητό ανά χείρας, απαθανατίζοντας τη στιγμή. Αυτή τη στιγμή είναι περιζήτητοι, αγαπητοί, δημοφιλείς. Κάποιοι δεν αντέχουν αυτό το βάρος, κάποιοι άλλοι το εξαργυρώνουν ικανοποιητικά, μερικοί γίνονται αλαζόνες, άλλοι χάνουν τον προσανατολισμό τους, ακριβώς όπως σε κάθε επάγγελμα που βρίσκεται στην κορυφή της κοινωνικής αποδοχής. Είναι υπερεκτιμημένοι; είναι πρεσβευτές πολιτισμού; είναι κακοί; είναι καλοί; Ποιος μπορεί να το πει;

Είναι αλήθεια πως οι γενικεύσεις δεν βοηθούν και σας διαβεβαιώνω οι περισσότερες δεν αληθεύουν. Υπάρχουν μάγειρες, ίσως περισσότεροι από ποτέ, που είναι παθιασμένοι, που διαβάζουν, που εκπαιδεύονται, που φροντίζουν τα πιάτα τους, είναι ευγενικοί, μαγειρεύουν νόστιμα και επαγγελματικά, κάποιοι μπορεί να μην έχουν καν τατουάζ αλλά προσφέρουν μοναδικές γευστικές εμπειρίες. Μάγειρες που κατανοούν το ρόλο τους, ψημένοι με ταπεινότητα από τις καυτές κουζίνες τον Αύγουστο και τα εκατοντάδες κουβέρ σε μια βάρδια. Μάγειρες που το μόνο που σκέφτονται όταν μπαίνουν στην κουζίνα δεν είναι το «εγώ» τους αλλά το «εσύ», εσύ που πληρώνεις για να περάσεις 2 ώρες όμορφες πάνω από ένα στρωμένο τραπέζι. Μάγειρες που τους ενδιαφέρει να παρουσιάσουν την τέχνη τους και να γίνει κατανοητή.

Ο κλέφτης

Ο κλέφτης της ταινίας ήταν και ο ιδιοκτήτης του εστιατορίου, ρόλος που θα μπορούσε κάποιος να πει πως αντιστοιχεί στην πραγματικότητα καθώς το ίδιο το Κράτος αντιμετωπίζει τον εκάστοτε επιχειρηματία ως δυνητικό κλέφτη, και γιαυτό τον υπερφορολογεί. Βέβαια, και αυτός δεν είναι άμοιρος της κατάστασης του καθώς φρόντισε πολλάκις να βγάλει μόνος του τα ματάκια του, με την αδήλωτη εργασία, τη μη έκδοση αποδείξεων, τα τιμολόγια που ξεχνούσε να παραλάβει και τα τραπέζια που έβγαζε στο απέναντι πεζοδρόμιο. Φαύλος κύκλος θα πει κάποιος μεταξύ Κράτους και επιχειρηματιών που τους κρατά ομήρους, και θα έχει δίκιο.

Σε αυτό όμως που εγώ θέλω να επικεντρωθώ είναι στην ποιότητα μιας κατηγορίας επιχειρηματιών που δραστηριοποιούνται στην εστίαση, πολλοί εξ αυτών χωρίς γνώσεις, χωρίς ικανότητες και κυρίως χωρίς όραμα. Επιχειρηματίες που προσλαμβάνουν επαγγελματίες μαγείρους αλλά επιβάλλουν εκείνοι πως και τι θα μαγειρέψουν. Επιχειρηματίες που κοιμίζουν τους υπαλλήλους τους σε τρώγλες για σεζόν, που οικειοποιούνται τα tips, που φτιάχνουν ρουφιάνους στα μαγαζιά. Επιχειρηματίες που αυτοσκοπό έχουν το βραβείο και όχι την ευχαρίστηση του πελάτη. Επιχειρηματίες που νομίζουν πως το Ξινόμαυρο είναι το χαλασμένο κρασί και το κουβέρ είναι η γαλλική ονομασία του ψωμιού. Επιχειρηματίες που νομίζουν πως με το κεφάλαιο που έτυχε να έχουν στην άκρη αγόρασαν γαστρονομικό διαβατήριο και μάλιστα με ύφος. Όσοι έχουν δει την ταινία προφανώς και θα καταλάβουν την αλληγορική συσχέτιση.

 

Είναι οι επιχειρηματίες κλέφτες; Ασφαλώς και όχι. Είναι αλήθεια πως οι γενικεύσεις δεν βοηθούν. Η εστίαση δεν είναι παιχνίδι. Χρειάζεται πλάνο, στρατηγική, ταυτότητα, γνώση. Υπάρχουν άνθρωποι εκεί έξω που πασχίζουν καθημερινά να προσφέρουν ποιότητα, φιλοξενία και γεύση. Γνωρίζω πολλούς επιχειρηματίες που είναι τίμιοι, αλλά πιεσμένοι από το "Κράτος νταβατζή" που τους αντιμετωπίζει ως ταμειακές μηχανές.

 

Όχι, δεν είναι όλοι κλέφτες, και συνεχώς νέοι άνθρωποι ποτίζουν τον κήπο της εστίασης με φρέσκο νερό και ιδέες, αναμένοντας να ανθήσει ο κόπος τους. Ισορροπούν σε τεντωμένο σχοινί με μια δεσμευτική εργασιακή και παράλογη πολιτική που τους επιβάλλεται, υπόκεινται σε αβάσταχτη φορολογία, έχουν να διαχειριστούν συχνά πυκνά μαγείρους σταρ που αυτοθεωρούνται ως οι Έλληνες Blumenthal, πελάτες «ειδικούς» στο trip advisor και φιλόδοξους bloggers που αγαπούν το καλό φαγητό και υπόσχονται καθολική προβολή στα φανταστικά κοινά τους.

Ο blogger

Αναφέροντας τους bloggers φτάνω και στο αγαπημένο μου θέμα, το μεγαλύτερο κατά τη γνώμη μου επικοινωνιακό παράδοξο, με τις ευλογίες των διαφημιστικών, που φούσκωσε τα τελευταία χρόνια εκτός από τις τσέπες και τα μυαλά φερέλπιδων foodies που μας γέμισαν με σάλια και ανούσιες κριτικές.

Στην Ελλάδα ότι δηλώσεις είσαι, λέει ένα γνωμικό, και η πραγματικότητα τείνει να το επιβεβαιώσει. Σε αυτό συντελεί και η στρεβλωτική δύναμη των κοινωνικών δικτύων που μεγεθύνουν το πλαστό και αποκρύπτουν το αληθινό. Έτσι, blogger γίνεται οποιοσδήποτε έχει πρόσβαση στο διαδίκτυο και έχει χρόνο να γράφει, δυνητικά δηλαδή όλοι μας. Ποια όμως είναι η ειδικότητα του blogger; Τι δουλειά κάνει ο blogger; Ποια είναι τα προσόντα του;  

Σύμφωνα με τον επίσημο ορισμό της λέξης blog, ο όρος προήλθε από τη σύντμηση των λέξεων web και log. Το blog είναι δηλαδή ένα διαδικτυακό ημερολόγιο και blogger ο συγγραφέας του. Οι bloggers εμφανίστηκαν ως οι άμεσοι εκφραστές της γνώμης τους για διάφορα θέματα με το σκεπτικό ότι η προσωπική τους άποψη είναι μεν υποκειμενική, αμερόληπτη δε, καθώς δεν υπήρχε από κάπου εξάρτηση, σε αντίθεση με τους πληρωμένους δημοσιογράφους.

Αν και δεν είχαν την εμπειρία και την εξειδίκευση ενός δημοσιογράφου, εντούτοις αυτό που προβλήθηκε περισσότερο ήταν η ακεραιότητα και η ανεξαρτησία τους. Ειδικά στο φαγητό, πολλές διαφημιστικές προτίμησαν να μαγειρέψουν γιουβαρλάκια με έναν blogger, παρά με έναν επαγγελματία μάγειρα. Γιατί; Γιατί ο blogger είχε κοινό. Και πως επιβίωνε ο blogger; Η επένδυση που έπρεπε να κάνει ήταν να ξοδέψει τον χρόνο του για να χτίσει ένα κοινό το οποίο μετά θα πωλούσε σε μια εταιρεία που ήταν διατεθειμένη να πληρώσει για να το αγοράσει. Τότε, μαζί με την αμερόληπτη άποψη πήγαινε περίπατο και η ανεξαρτησία.

Και ποια η διαφορά του blogger από έναν συντάκτη γαστρονομίας; Καμία, απλά ο blogger ήταν trendy. Έτσι γέμισαν τα εστιατόρια, τα ξενοδοχεία και όλοι οι γαστρονομικοί χώροι με bloggers που τα έβρισκαν όλα τέλεια [αφού το φαγητό ήταν τσάμπα], καταρτίζοντας μάλιστα και λίστες με τα καλύτερα της χώρας. Παρακολουθώντας κάποτε έναν blogger θυμάμαι που χαμογελούσα σε κάθε νέα του ανάρτηση για το καλύτερο burger της χώρας που ήταν απλά το επόμενο μαγαζί που πήγαινε. [lol].

Ο καθένας που διέθετε λίγο ταλέντο στο γράψιμο, μια αναζήτηση στο internet και καλό κινητό, αυτοανακηρυσσόταν blogger με άποψη και φανατικό κοινό. Μπούκαρε στα μαγαζιά με σκοπό να φάει, να πιει και να περάσει όμορφα γράφοντας τη γνώμη του για τα πάντα. Ιατροί, διαφημιστές, φοιτήτριες, κοπτοραπτούδες, συνταξιούχοι, αποτυχημένοι επιχειρηματίες, νοικοκυρές, εσχάτως και τραγουδιστές βρίσκουν στο φαγητό και το ποτό το νέο ψηφιακό Eldorado τους.

Είναι όλοι οι bloggers ίδιοι; Είναι αλήθεια πως οι γενικεύσεις δεν βοηθούν. Σίγουρα ο καθένας προσπαθεί να συνεισφέρει ανάλογα με τις δυνάμεις και τις γνώσεις του. Προσωπικά δεν μπόρεσα ποτέ να καταλάβω τον ρόλο ενός blogger γιαυτό και δεν βρίσκω ενδιαφέρον. Ακόμη και σήμερα, δεν γνωρίζω κανέναν που να ζει από αυτό και να είναι αντικειμενικός ή ανεξάρτητος. Οι πιο δημοφιλείς καταλήγουν να γίνουν content distributors, δηλαδή εκδότες περιεχομένου επί πληρωμή, και αυτό είναι απολύτως φυσιολογικό. Από χόμπι υπάρχουν κάποιοι που έχουν άποψη, που θα μπορούσε να έχει ενδιαφέρον, αλλά και αυτοί είναι λίγοι.

 

Άλλο όμως είναι να έχεις άποψη και να την λες δημόσια και άλλο να περιφέρεσαι από μαγαζί σε μαγαζί και να προσπαθείς να αποκομίσεις κέρδος. Ειδικά, από τη στιγμή που και οι επαγγελματίες δημοσιογράφοι εξελίχθηκαν σε συντάκτες γνώμης και παραγωγοί περιεχομένου, η διαφορά με τους bloggers έχει εξαλειφθεί.

O influencer

Όψιμος επικοινωνιακός καρπός, ο influencer αποτελεί το νέο trend στην γαστρονομία και λειτουργεί ως αναβαθμισμένος blogger. Πρόκειται για μια έννοια άκρως χειριστική καθώς προϋποθέτει την επιρροή ενός ατόμου σε μια ομάδα ακολούθων που εμπιστεύονται τη γνώμη του. Όσο χειριστική και είναι όμως αυτή η έννοια, είναι πιο πραγματική από τον blogger καθώς περιλαμβάνει μια άλλη σημαντική και επιδραστική κατάσταση, το lifestyle. Οι ακόλουθοι επηρεάζονται όχι τόσο από το περιεχόμενο που παράγει ένας influencer, όσο από τον τρόπο που το καταναλώνει. Στη σύγχρονη γαστρονομία ο ρόλος του influencer είναι καθοριστικός γιατί δεν επικοινωνεί μόνο το προϊόν αλλά και τον τρόπο κατανάλωσης του. Ενώ ο blogger ή ο δημοσιογράφος στοχεύουν στην παραγωγή περιεχομένου με αισθητική και άποψη, ο influencer γίνεται ο ίδιος περιεχόμενο προς κατανάλωση. Αυτό σε κάποιες περιπτώσεις είναι καταλυτικό για την θετική προβολή ενός προϊόντος, συνήθως όμως ο προσωποκεντρικός χαρακτήρας του influencer αποπροσανατολίζει και αποσπά την προσοχή από το προϊόν.

Ακριβώς επειδή γίνεται ο ίδιος προϊόν, ο influencer δεν χρειάζεται να είναι σχετικός με το φαγητό. Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι ο τρόπος ζωής του. Μπορεί να είναι ένας τραγουδιστής, υπάρχουν ήδη αρκετοί που ασχολούνται και με τη γαστρονομία, μπορεί να είναι πολιτικός, ηθοποιός, παρουσιαστής, σεφ, δημοσιογράφος, οτιδήποτε αρκεί να είναι δημοφιλής και επιδραστικός. Αν είναι σχετικός ακόμη καλύτερα, όμως προσοχή αυτό που μας ενδιαφέρει είναι το lifestyle του και δευτερευόντως τι τρώει ή τι πίνει.     

Η σύγχρονη επικοινωνία στοχεύει στην επιβολή lifestyle για την προβολή των προϊόντων και οι influencers είναι αυτή τη στιγμή η πιο δυναμική ομάδα επιβολής, καθώς οι ακόλουθοι ταυτίζονται ευκολότερα από ότι με μία άμεση, εμπορική διαφήμιση. Ο κατακερματισμός της αγοράς και η αναζήτηση εμπειριών από πλευράς καταναλωτών έχει οδηγήσει περισσότερο στην κατανάλωση lifestyle και λιγότερο προϊόντων. Σε αυτή την εξίσωση ο influencer είναι καθοριστικός παράγοντας.

Κατά πόσο αυτό είναι αποδοτικό; H προσωπική μου άποψη μου είναι πως πρόκειται για κατάσταση εφήμερα αποδοτική. Προϊόντα που στηρίζονται στην κατανάλωση lifestyle είναι καταδικασμένα να βιώσουν την απαξίωση, μετά την επιτυχία τους, καθώς αρκεί να αλλάξει o τρόπος που καταναλώνουμε, να δημιουργηθεί ένα νέο lifestyle. Πόσα παγωμένα γιαούρτια τρώμε πια και πόσα falafel; Πόσο black cod και black angus; Πόσα μαγαζιά παρέμειναν γεμάτα ή πόσα γέμισαν από την επίσκεψη ενός influencer; Πόσο περισσότερο εμφιαλωμένο ελαιόλαδο καταναλώνουμε πια επειδή μας έπεισε ένα celebrity;

Στην πραγματικότητα οι ρόλοι δεν είναι μόνο αυτοί. Δημοσιογράφοι, ερευνητές, Σχολές μαγειρικής, παραγωγοί, περιπατητές που είδαν φως και μπήκαν, διαφημιστές, εκθέσεις, φεστιβάλ, όλοι διαδραματίζουν το ρόλο τους στην εξέλιξη και την παραγωγή της γαστρονομικής μας ιστορίας. Την πραγματική όμως ιστορία τη γράφουν οι λίγοι, αυτοί που σκύβουν το κεφάλι στη γη και την αφουγκράζονται. Αυτοί που σκύβουν το κεφάλι στην κατσαρόλα και οραματίζονται και αυτοί που βουτούν τη μελάνη τους στο ήθος και τον πολιτισμό και τον καταγράφουν.

 

Η γαστρονομία ωθεί όλες τις αισθήσεις στην απόλαυση, η οποία επιτυγχάνεται όταν υπάρχει αρμονία και μέτρο. Επιτυγχάνεται όταν το παρελθόν ζει στο παρόν και σχεδιάζει το μέλλον. Όταν η γνώση οδηγεί στην ποιότητα και όχι στην ποσότητα. Όταν η εκπαίδευση δημιουργεί συνειδητοποιημένους καταναλωτές. Όταν η τροφή σημαίνει υγεία και η ανάπτυξη είναι βιώσιμη για όλους. Εάν το φαγητό γίνει εργαλείο επίδειξης, υπεροχής, σύγκρισης, αυτοπροβολής τότε αποκόπτεται από τον βασικό του κομιστή, τον πολιτισμό. Εμείς επιλέγουμε τον τρόπο. Εγώ και εσύ.

1562100158189-GettyImages-940034606.jpg

ΥΓ.

Το κείμενο αυτό γράφτηκε τον Μάιο του 2019 με αφορμή μια προβολή της ταινίας «Ο μάγειρας, ο κλέφτης, η γυναίκα του και ο εραστής», του Πίτερ Γκρίναγουεϊ. Δεν δημοσιεύτηκε όμως καθώς οι οικείοι, πρώτοι αναγνώστες του, το θεώρησαν σκληρό για το ελληνικό κοινό, γεγονός που με προβλημάτισε. Δυσκολεύτηκα να αποφασίσω εάν πρέπει κάποια στιγμή να ανοίξει ένας διάλογος ή δεν είναι η κατάλληλη στιγμή.

Τον Αύγουστο του 2019, με αφορμή ένα περιστατικό σε γνωστό εστιατόριο, σύσσωμος ο τύπος δημοσίευσε πλήθος σκληρότερων κειμένων για τις κουζίνες των εστιατορίων, ενώ ξέσπασε διαμάχη μεταξύ των πάντων για τη γαστρονομία. Είμαι ευτυχής που 3 μήνες μετά τη συγγραφή δεν θα άλλαζα ούτε μια λέξη. 

Όλοι όσοι ασχολούμαστε με την γαστρονομία γνωρίζουμε καλά τι σημαίνει κουζίνα, τι σημαίνει να ετοιμάζεις φαγητό για κόσμο με την ευθύνη να μην τον δηλητηριάσεις, αλλά αντιθέτως να του προσφέρεις μια εμπειρία για την οποία θα σε πληρώσει.  Στην κουζίνα του, κάθε σεφ είναι υπεύθυνος για την ομάδα του τη στιγμή που το ατύχημα παραμονεύει. Γνωρίζουμε επίσης καλά πως στις κουζίνες δεν κυκλοφορούν επιστήμονες αλλά άνθρωποι που μοχθούν με άλλον τρόπο, στρατιωτικό. Έτσι έμαθαν. Υπάρχουν άνθρωποι, νευρικοί, υπερόπτες, ατίθασοι, εθισμένοι, κομπλεξικοί αλλά και τίμιοι, υπεύθυνοι, εργατικοί, συνεργάσιμοι, ευγενικοί.  Όπως σε όλα τα επαγγέλματα ο καθένας μεταφέρει την παιδεία του και γίνεται μέρος ενός συστήματος που είναι αυτό, που αλλάζει, που εξελίσσεται, που επιθυμεί να επιβιώσει. Οι γενικεύσεις δεν κάνουν καλό σε κανέναν και σίγουρα κανείς δεν είναι υπέρμαχος της βίας στον εργασιακό χώρο, την οποία θα πρέπει όλοι να καταδικάζουμε και να καταγγέλλουμε για να προστατεύσουμε τους υπολοίπους. Γνωρίζω μαγείρους που μοχθούν σκληρά να δημιουργήσουν, που σέβονται τους συνεργάτες τους, που καθοδηγούν τη μπριγάδα τους με μαεστρία και ευγένεια. Εμείς αποφασίζουμε τι θα προβάλλουμε, τι θα καταναλώσουμε και πως.

​​

  • Facebook
  • LinkedIn Social Icon

Ο Χάρης Τζαννής γεννήθηκε στην Αθήνα το 1971. Σπούδασε ειδικός ψηφιακών εφαρμογών με πολυμέσα ενώ ακολούθησε μεταπτυχιακό στο Παρίσι για την παραγωγή , το μάρκετινγκ και τη διαχείριση ψηφιακού περιεχομένου. Το 2003 ίδρυσε την Άσπρη λέξη της ημέρας, εκδίδοντας παράλληλα γλωσσολογικά λεξικά, ενώ το 2011 εξέδωσε το πρώτο ελληνικό γαστρονομικό λεξικό με τίτλο «Η γλώσσα της γεύσης».

Εργάσθηκε ως αρχισυντάκτης στο Pathfinder.gr, συνεργάστηκε επί σειρά ετών με τον γαστρονομικό οδηγό FNL-guide σχεδιάζοντας σειρές διαδικτυακών εκπομπών The Chefs, The Bartenders, The cocktails, αλλά και με το Αθηνόραμα Umami. Είναι ιδρυτής της πλατφόρμας προώθησης προϊόντων μικρών Ελλήνων παραγωγών Delio Food Hub και ιδρυτικό μέλος της ομάδας επαγγελματιών της γαστρονομίας Brigade Slow Food με σκοπό την προώθηση των ελληνικών προϊόντων.

 

Σήμερα, εκτός από το Delio, διδάσκει Επικοινωνία της Γαστρονομίας στο Μητροπολιτικό Κολέγιο ενώ, και σε συνεργασία με το INSETE, μελετά και παρουσιάζει μοντέλα ανάπτυξης και marketing στην γαστρονομία και τον τουρισμό.   

Copyright 2018-20 by Harry Tzannis | Ελληνικά προϊόντα | Product of the day | Ορλώφ 7, 11741, Κουκάκι, Αθήνα , Greece | 210 9223988

Design by asprimera

  • Product of the day by DELIO
  • Harry's Tzannis LinkedIn